Φωτιά πριν από τις κάλπες: Ο Trump, οι συμμορίες και η μεγάλη σύγκρουση με τον Lula
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βραζιλία έχει πλέον ξεφύγει από τα στενά όρια της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος. Λίγες ημέρες πριν από τις κρίσιμες προεδρικές εκλογές του Οκτωβρίου, η πολιτική του Donald Trump απέναντι στα καρτέλ, η άρνηση του Luiz Inácio Lula da Silva να αποδεχθεί αμερικανική στρατιωτική λογική μέσα στη Βραζιλία και η ανοιχτά διαφορετική προσέγγιση του Flávio Bolsonaro μετατρέπουν το θέμα της ασφάλειας σε ένα από τα πλέον εκρηκτικά ζητήματα της προεκλογικής περιόδου.
Εκρηκτική κόντρα στη Λατινική Αμερική: Ο Trump πιέζει και ο Lula αρνείται να υποχωρήσει
Στις 22 Σεπτεμβρίου, ο Donald Trump συναντήθηκε στη Νέα Υόρκη με ηγέτες και υπουργούς από 14 χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής που συμμετέχουν στη λεγόμενη Shield of the Americas, την πρωτοβουλία ασφαλείας που εγκαινίασε η κυβέρνησή του τον Μάρτιο του 2026.
Ο Αμερικανός πρόεδρος κάλεσε τους εταίρους της συμμαχίας να αντιμετωπίσουν 24 οργανώσεις διακίνησης ναρκωτικών ως κοινές απειλές για την περιφερειακή σταθερότητα και να κινηθούν προς συντονισμένες κυρώσεις. Σύμφωνα με το Reuters, οι συμμετέχουσες χώρες δεσμεύθηκαν στη συνέχεια να προχωρήσουν σε σχετικά μέτρα. Η Βραζιλία και το Μεξικό παραμένουν εκτός του συνασπισμού.
Στο βραζιλιάνικο σκέλος της υπόθεσης πρωταγωνιστούν δύο ονόματα που προκαλούν φόβο εδώ και δεκαετίες: Primeiro Comando da Capital — PCC και Comando Vermelho — CV.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη κινηθεί προς τον χαρακτηρισμό των δύο οργανώσεων ως τρομοκρατικών, μια εξέλιξη που προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις στην Brasília και νέα συζήτηση γύρω από τα όρια της αμερικανικής δικαιοδοσίας και της διεθνούς συνεργασίας.
Η «Ασπίδα» του Trump ταράζει τη Βραζιλία
Η διαφωνία δεν αφορά το αν οι PCC και Comando Vermelho αποτελούν σοβαρές εγκληματικές απειλές. Το πραγματικό ρήγμα βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζονται νομικά και πολιτικά.
Η PCC αναπτύχθηκε μέσα από το σωφρονιστικό σύστημα του São Paulo και εξελίχθηκε σε διεθνές εγκληματικό δίκτυο, ενώ η Comando Vermelho έχει βαθιές ρίζες στο Rio de Janeiro και ισχυρή παρουσία στη διακίνηση ναρκωτικών και στον έλεγχο περιοχών. Αμερικανικές κυβερνητικές εκθέσεις έχουν εδώ και χρόνια χαρακτηρίσει τις δύο οργανώσεις σημαντική απειλή για τη βραζιλιάνικη ασφάλεια, με την PCC να διαθέτει διεθνή παρουσία.
Η κυβέρνηση του Luiz Inácio Lula da Silva, ωστόσο, αντιτίθεται στη λογική ότι οι εγκληματικές οργανώσεις πρέπει να εντάσσονται αυτομάτως στο ίδιο νομικό και στρατιωτικό πλαίσιο με διεθνείς τρομοκρατικές οργανώσεις.
Για την Brasília, το ζήτημα αγγίζει τον σκληρό πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας: εάν μια ξένη δύναμη χαρακτηρίζει μονομερώς βραζιλιάνικες οργανώσεις ως «τρομοκρατικές», μέχρι πού μπορούν να φτάσουν στη συνέχεια οι κυρώσεις, οι επιχειρήσεις πληροφοριών ή ακόμη και στρατιωτικές ενέργειες;
Η σύγκρουση που ξεπερνά τα καρτέλ: Trump και Lula παλεύουν για τον έλεγχο των κανόνων
Ο Donald Trump παρουσίασε από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ μια εντελώς διαφορετική αντίληψη.
Χαρακτήρισε τα καρτέλ ναρκωτικών «ISIS του Δυτικού Ημισφαιρίου» και δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες να χρησιμοποιήσουν την τεράστια στρατιωτική ισχύ τους εάν θεωρήσουν ότι απειλούνται ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα.
Η κυβέρνηση Trump έχει ήδη πραγματοποιήσει δεκάδες στρατιωτικά πλήγματα εναντίον σκαφών στην Καραϊβική και στον ανατολικό Ειρηνικό, τα οποία αμερικανικές αρχές υποστηρίζουν ότι μετέφεραν ναρκωτικά. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν αμφισβητήσει τη νομιμότητα αυτών των επιχειρήσεων, χαρακτηρίζοντας ορισμένα από τα πλήγματα εξωδικαστικές εκτελέσεις.
Ο Trump χρησιμοποίησε επίσης τη σύλληψη του Nicolás Maduro από αμερικανικές δυνάμεις ως παράδειγμα της νέας αμερικανικής αποφασιστικότητας στη Λατινική Αμερική.
Το μήνυμα από τη Washington είναι σαφές: η εποχή κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες παρακολουθούσαν από απόσταση την επέκταση των εγκληματικών δικτύων στην περιοχή, σύμφωνα με την κυβέρνηση Trump, έχει τελειώσει.
Η πολιτική αυτή δεν περιορίζεται στα ναρκωτικά.
Η δεύτερη κυβέρνηση Trump έχει επαναφέρει μια πιο επιθετική εκδοχή της ιστορικής Monroe Doctrine, με τον ίδιο τον πρόεδρο να χρησιμοποιεί τον όρο «Donroe Doctrine» για την προσπάθεια επαναβεβαίωσης της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας στο Δυτικό Ημισφαίριο.
Την ίδια περίοδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Δανία και η Γροιλανδία κατέληξαν σε συμφωνία που επεκτείνει τη δυνατότητα αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στο νησί και περιορίζει την εγκατάσταση στρατηγικών υποδομών από αντίπαλες δυνάμεις. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί με παραχώρηση της κυριαρχίας της Greenland στις ΗΠΑ — ένα σημαντικό σημείο που διαφοροποιεί την πραγματική συμφωνία από ορισμένες πιο δραματικές πολιτικές ερμηνείες της.
Από το ίδιο βήμα του ΟΗΕ, ο Luiz Inácio Lula da Silva απάντησε με το δικό του μήνυμα κυριαρχίας.
«Η Βραζιλία δεν είναι η αυλή κανενός», δήλωσε, προειδοποιώντας για νέους ηγεμονικούς πειρασμούς στη Λατινική Αμερική και απορρίπτοντας την ιδέα ότι η καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος πρέπει να οδηγήσει σε ξένη στρατιωτική παρουσία στη χώρα.
Η θέση του Lula δεν είναι ότι η Βραζιλία πρέπει να απομονωθεί από τη διεθνή συνεργασία. Αντίθετα, υποστηρίζει ανταλλαγή πληροφοριών, καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος, περιορισμό της παράνομης διακίνησης όπλων και συνεργασία μεταξύ αστυνομικών και δικαστικών αρχών.
Εκεί που τραβά τη γραμμή είναι στην ξένη στρατιωτική επέμβαση και στον μονομερή καθορισμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες του ποιος θεωρείται «τρομοκράτης» εντός της Βραζιλίας.
Ακριβώς απέναντι σε αυτή την πολιτική τοποθετείται ο βασικός αντίπαλος του Lula στις εκλογές, Flávio Bolsonaro.
Στις 26 Μαΐου 2026, ο Flávio Bolsonaro έγινε δεκτός από τον Donald Trump στο Οβάλ Γραφείο.
Σύμφωνα με το Reuters, οι δύο άνδρες συζήτησαν την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος, τους δασμούς, τις σπάνιες γαίες και τα κρίσιμα ορυκτά. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε κεκλεισμένων των θυρών και επιβεβαιώθηκε από αξιωματούχο του White House.
Ο Flávio Bolsonaro έχει έκτοτε δηλώσει δημόσια ότι, εφόσον εκλεγεί, η Βραζιλία θα ενταχθεί στη Shield of the Americas και έχει υποστηρίξει τον χαρακτηρισμό των PCC και Comando Vermelho ως τρομοκρατικών οργανώσεων.
Έτσι, το ζήτημα της εγκληματικότητας μετατρέπεται ταυτόχρονα σε ζήτημα εξωτερικής πολιτικής.
Ο Lula προβάλλει ένα μοντέλο στο οποίο η Βραζιλία συνεργάζεται διεθνώς αλλά διατηρεί τον πλήρη έλεγχο των επιχειρήσεων στο έδαφός της.
Ο Flávio Bolsonaro προτείνει πολύ στενότερη ευθυγράμμιση με τη Washington και συμμετοχή στη νέα αμερικανική αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Και εδώ η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Folha de S.Paulo, το οποίο επιβεβαιώθηκε από την TV Brasil, η βραζιλιάνικη υπηρεσία πληροφοριών ABIN συνέταξε εμπιστευτική έκθεση σχετικά με τον κίνδυνο αμερικανικής επιρροής ή παρέμβασης στις εκλογές του 2026.
Η έκθεση εστάλη στα τέλη Αυγούστου στην Προεδρία, στο Tribunal Superior Eleitoral — TSE και στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Σύμφωνα με την Agência Brasil, η αξιολόγηση της ABIN αναφέρεται σε αυξανόμενη πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών προς τη Βραζιλία και συνδέει αυτή την τάση με την προσπάθεια της κυβέρνησης Trump να ενισχύσει την αμερικανική ισχύ στη Λατινική Αμερική και να περιορίσει την παρουσία γεωπολιτικών ανταγωνιστών όπως η China.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι πρόκειται για αξιολόγηση κινδύνου των βραζιλιάνικων υπηρεσιών πληροφοριών, όχι για δημόσια απόδειξη ότι έχει ήδη πραγματοποιηθεί συγκεκριμένη παράνομη αμερικανική παρέμβαση στην ψηφοφορία.
Ωστόσο, η ύπαρξη και μόνο μιας τέτοιας αξιολόγησης δείχνει πόσο βαθιά έχει εισχωρήσει η σύγκρουση Washington–Brasília στο εσωτερικό της εκλογικής διαδικασίας.
Η δημοσκόπηση CNT/MDA, η οποία πραγματοποιήθηκε μεταξύ 9 και 13 Σεπτεμβρίου σε 2.002 ψηφοφόρους, έδινε στον Lula 40,6% στον πρώτο γύρο και στον Flávio Bolsonaro 30,4%.
Στην προσομοίωση δεύτερου γύρου, ο Lula κατέγραφε 47,3% έναντι 40% του Flávio Bolsonaro. Το περιθώριο σφάλματος ήταν 2,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Όμως η εικόνα άλλαξε στις νεότερες μετρήσεις.
Στις 21 Σεπτεμβρίου, δύο διαφορετικές δημοσκοπήσεις που μετέδωσε το Reuters εμφάνιζαν τους δύο βασικούς υποψηφίους ουσιαστικά ισόπαλους σε σενάρια δεύτερου γύρου. Η Quaest έδινε 42% στον Flávio Bolsonaro και 41% στον Lula, ενώ η BTG Pactual/Nexus έδινε 46% στον Lula και 45% στον Flávio Bolsonaro. Και στις δύο περιπτώσεις, η διαφορά βρισκόταν μέσα στο περιθώριο στατιστικού σφάλματος.
Οι αριθμοί επομένως δεν δείχνουν μια προδιαγεγραμμένη εκλογική έκβαση. Δείχνουν μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική αναμέτρηση, στην οποία η εγκληματικότητα, η οικονομία, η εθνική κυριαρχία και η σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εξελιχθεί σε κεντρικά πεδία πολιτικής σύγκρουσης.
Στην επιφάνεια, η σύγκρουση αφορά την PCC και την Comando Vermelho.
Στην πραγματικότητα, όμως, η πολιτική συζήτηση έχει αποκτήσει πολύ μεγαλύτερο εύρος.
Ποιος αποφασίζει ποια εγκληματική οργάνωση χαρακτηρίζεται «τρομοκρατική»;
Μπορεί μια χώρα να ζητά διεθνή βοήθεια χωρίς να ανοίγει την πόρτα σε ξένη στρατιωτική δράση;
Πόση επιρροή πρέπει να έχει η Washington στη στρατηγική ασφαλείας της μεγαλύτερης χώρας της Νότιας Αμερικής;
Και μέχρι πού μπορεί να φτάσει η στήριξη ξένων κυβερνήσεων σε υποψηφίους μιας εκλογικής αναμέτρησης χωρίς να δημιουργείται ζήτημα πολιτικής παρέμβασης;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που βρίσκονται πλέον στο τραπέζι.
Η Shield of the Americas παρουσιάζεται από την κυβέρνηση Trump ως μηχανισμός συντονισμένης άμυνας απέναντι στα καρτέλ και στο διεθνικό οργανωμένο έγκλημα.
Η κυβέρνηση Lula τη βλέπει με πολύ μεγαλύτερη επιφύλαξη, ειδικά όταν η αντιμετώπιση του εγκλήματος συνδέεται με στρατιωτική δράση, τρομοκρατικούς χαρακτηρισμούς και την επαναφορά μιας αμερικανικής στρατηγικής πρωτοκαθεδρίας στο Δυτικό Ημισφαίριο.
Ο Flávio Bolsonaro, από την άλλη πλευρά, δηλώνει ότι θέλει μια σαφώς στενότερη σχέση ασφαλείας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Και κάπως έτσι, δύο εγκληματικές οργανώσεις που γεννήθηκαν στο βραζιλιάνικο σωφρονιστικό σύστημα έχουν βρεθεί στο κέντρο μιας γεωπολιτικής σύγκρουσης που φτάνει από τις φαβέλες του Rio de Janeiro μέχρι τον White House και τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών.
Η μάχη κατά του οργανωμένου εγκλήματος δεν είναι πλέον μόνο υπόθεση αστυνομίας.
Έχει γίνει θέμα εξωτερικής πολιτικής, εθνικής κυριαρχίας και — λίγες ημέρες πριν ανοίξουν οι κάλπες — ένα από τα πιο φορτισμένα ζητήματα της πολιτικής αντιπαράθεσης στη Βραζιλία.
www.bankingnews.gr
Εκρηκτική κόντρα στη Λατινική Αμερική: Ο Trump πιέζει και ο Lula αρνείται να υποχωρήσει
Στις 22 Σεπτεμβρίου, ο Donald Trump συναντήθηκε στη Νέα Υόρκη με ηγέτες και υπουργούς από 14 χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής που συμμετέχουν στη λεγόμενη Shield of the Americas, την πρωτοβουλία ασφαλείας που εγκαινίασε η κυβέρνησή του τον Μάρτιο του 2026.
Ο Αμερικανός πρόεδρος κάλεσε τους εταίρους της συμμαχίας να αντιμετωπίσουν 24 οργανώσεις διακίνησης ναρκωτικών ως κοινές απειλές για την περιφερειακή σταθερότητα και να κινηθούν προς συντονισμένες κυρώσεις. Σύμφωνα με το Reuters, οι συμμετέχουσες χώρες δεσμεύθηκαν στη συνέχεια να προχωρήσουν σε σχετικά μέτρα. Η Βραζιλία και το Μεξικό παραμένουν εκτός του συνασπισμού.
Στο βραζιλιάνικο σκέλος της υπόθεσης πρωταγωνιστούν δύο ονόματα που προκαλούν φόβο εδώ και δεκαετίες: Primeiro Comando da Capital — PCC και Comando Vermelho — CV.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη κινηθεί προς τον χαρακτηρισμό των δύο οργανώσεων ως τρομοκρατικών, μια εξέλιξη που προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις στην Brasília και νέα συζήτηση γύρω από τα όρια της αμερικανικής δικαιοδοσίας και της διεθνούς συνεργασίας.
Η «Ασπίδα» του Trump ταράζει τη Βραζιλία
Η διαφωνία δεν αφορά το αν οι PCC και Comando Vermelho αποτελούν σοβαρές εγκληματικές απειλές. Το πραγματικό ρήγμα βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζονται νομικά και πολιτικά.
Η PCC αναπτύχθηκε μέσα από το σωφρονιστικό σύστημα του São Paulo και εξελίχθηκε σε διεθνές εγκληματικό δίκτυο, ενώ η Comando Vermelho έχει βαθιές ρίζες στο Rio de Janeiro και ισχυρή παρουσία στη διακίνηση ναρκωτικών και στον έλεγχο περιοχών. Αμερικανικές κυβερνητικές εκθέσεις έχουν εδώ και χρόνια χαρακτηρίσει τις δύο οργανώσεις σημαντική απειλή για τη βραζιλιάνικη ασφάλεια, με την PCC να διαθέτει διεθνή παρουσία.
Η κυβέρνηση του Luiz Inácio Lula da Silva, ωστόσο, αντιτίθεται στη λογική ότι οι εγκληματικές οργανώσεις πρέπει να εντάσσονται αυτομάτως στο ίδιο νομικό και στρατιωτικό πλαίσιο με διεθνείς τρομοκρατικές οργανώσεις.
Για την Brasília, το ζήτημα αγγίζει τον σκληρό πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας: εάν μια ξένη δύναμη χαρακτηρίζει μονομερώς βραζιλιάνικες οργανώσεις ως «τρομοκρατικές», μέχρι πού μπορούν να φτάσουν στη συνέχεια οι κυρώσεις, οι επιχειρήσεις πληροφοριών ή ακόμη και στρατιωτικές ενέργειες;
Η σύγκρουση που ξεπερνά τα καρτέλ: Trump και Lula παλεύουν για τον έλεγχο των κανόνων
Ο Donald Trump παρουσίασε από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ μια εντελώς διαφορετική αντίληψη.
Χαρακτήρισε τα καρτέλ ναρκωτικών «ISIS του Δυτικού Ημισφαιρίου» και δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες να χρησιμοποιήσουν την τεράστια στρατιωτική ισχύ τους εάν θεωρήσουν ότι απειλούνται ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα.
Η κυβέρνηση Trump έχει ήδη πραγματοποιήσει δεκάδες στρατιωτικά πλήγματα εναντίον σκαφών στην Καραϊβική και στον ανατολικό Ειρηνικό, τα οποία αμερικανικές αρχές υποστηρίζουν ότι μετέφεραν ναρκωτικά. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν αμφισβητήσει τη νομιμότητα αυτών των επιχειρήσεων, χαρακτηρίζοντας ορισμένα από τα πλήγματα εξωδικαστικές εκτελέσεις.
Ο Trump χρησιμοποίησε επίσης τη σύλληψη του Nicolás Maduro από αμερικανικές δυνάμεις ως παράδειγμα της νέας αμερικανικής αποφασιστικότητας στη Λατινική Αμερική.
Το μήνυμα από τη Washington είναι σαφές: η εποχή κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες παρακολουθούσαν από απόσταση την επέκταση των εγκληματικών δικτύων στην περιοχή, σύμφωνα με την κυβέρνηση Trump, έχει τελειώσει.
Η πολιτική αυτή δεν περιορίζεται στα ναρκωτικά.
Η δεύτερη κυβέρνηση Trump έχει επαναφέρει μια πιο επιθετική εκδοχή της ιστορικής Monroe Doctrine, με τον ίδιο τον πρόεδρο να χρησιμοποιεί τον όρο «Donroe Doctrine» για την προσπάθεια επαναβεβαίωσης της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας στο Δυτικό Ημισφαίριο.
Την ίδια περίοδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Δανία και η Γροιλανδία κατέληξαν σε συμφωνία που επεκτείνει τη δυνατότητα αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στο νησί και περιορίζει την εγκατάσταση στρατηγικών υποδομών από αντίπαλες δυνάμεις. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί με παραχώρηση της κυριαρχίας της Greenland στις ΗΠΑ — ένα σημαντικό σημείο που διαφοροποιεί την πραγματική συμφωνία από ορισμένες πιο δραματικές πολιτικές ερμηνείες της.
Από το ίδιο βήμα του ΟΗΕ, ο Luiz Inácio Lula da Silva απάντησε με το δικό του μήνυμα κυριαρχίας.
«Η Βραζιλία δεν είναι η αυλή κανενός», δήλωσε, προειδοποιώντας για νέους ηγεμονικούς πειρασμούς στη Λατινική Αμερική και απορρίπτοντας την ιδέα ότι η καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος πρέπει να οδηγήσει σε ξένη στρατιωτική παρουσία στη χώρα.
Η θέση του Lula δεν είναι ότι η Βραζιλία πρέπει να απομονωθεί από τη διεθνή συνεργασία. Αντίθετα, υποστηρίζει ανταλλαγή πληροφοριών, καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος, περιορισμό της παράνομης διακίνησης όπλων και συνεργασία μεταξύ αστυνομικών και δικαστικών αρχών.
Εκεί που τραβά τη γραμμή είναι στην ξένη στρατιωτική επέμβαση και στον μονομερή καθορισμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες του ποιος θεωρείται «τρομοκράτης» εντός της Βραζιλίας.
Ακριβώς απέναντι σε αυτή την πολιτική τοποθετείται ο βασικός αντίπαλος του Lula στις εκλογές, Flávio Bolsonaro.
Στις 26 Μαΐου 2026, ο Flávio Bolsonaro έγινε δεκτός από τον Donald Trump στο Οβάλ Γραφείο.
Σύμφωνα με το Reuters, οι δύο άνδρες συζήτησαν την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος, τους δασμούς, τις σπάνιες γαίες και τα κρίσιμα ορυκτά. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε κεκλεισμένων των θυρών και επιβεβαιώθηκε από αξιωματούχο του White House.
Ο Flávio Bolsonaro έχει έκτοτε δηλώσει δημόσια ότι, εφόσον εκλεγεί, η Βραζιλία θα ενταχθεί στη Shield of the Americas και έχει υποστηρίξει τον χαρακτηρισμό των PCC και Comando Vermelho ως τρομοκρατικών οργανώσεων.
Έτσι, το ζήτημα της εγκληματικότητας μετατρέπεται ταυτόχρονα σε ζήτημα εξωτερικής πολιτικής.
Ο Lula προβάλλει ένα μοντέλο στο οποίο η Βραζιλία συνεργάζεται διεθνώς αλλά διατηρεί τον πλήρη έλεγχο των επιχειρήσεων στο έδαφός της.
Ο Flávio Bolsonaro προτείνει πολύ στενότερη ευθυγράμμιση με τη Washington και συμμετοχή στη νέα αμερικανική αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Και εδώ η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Folha de S.Paulo, το οποίο επιβεβαιώθηκε από την TV Brasil, η βραζιλιάνικη υπηρεσία πληροφοριών ABIN συνέταξε εμπιστευτική έκθεση σχετικά με τον κίνδυνο αμερικανικής επιρροής ή παρέμβασης στις εκλογές του 2026.
Η έκθεση εστάλη στα τέλη Αυγούστου στην Προεδρία, στο Tribunal Superior Eleitoral — TSE και στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Σύμφωνα με την Agência Brasil, η αξιολόγηση της ABIN αναφέρεται σε αυξανόμενη πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών προς τη Βραζιλία και συνδέει αυτή την τάση με την προσπάθεια της κυβέρνησης Trump να ενισχύσει την αμερικανική ισχύ στη Λατινική Αμερική και να περιορίσει την παρουσία γεωπολιτικών ανταγωνιστών όπως η China.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι πρόκειται για αξιολόγηση κινδύνου των βραζιλιάνικων υπηρεσιών πληροφοριών, όχι για δημόσια απόδειξη ότι έχει ήδη πραγματοποιηθεί συγκεκριμένη παράνομη αμερικανική παρέμβαση στην ψηφοφορία.
Ωστόσο, η ύπαρξη και μόνο μιας τέτοιας αξιολόγησης δείχνει πόσο βαθιά έχει εισχωρήσει η σύγκρουση Washington–Brasília στο εσωτερικό της εκλογικής διαδικασίας.
Η δημοσκόπηση CNT/MDA, η οποία πραγματοποιήθηκε μεταξύ 9 και 13 Σεπτεμβρίου σε 2.002 ψηφοφόρους, έδινε στον Lula 40,6% στον πρώτο γύρο και στον Flávio Bolsonaro 30,4%.
Στην προσομοίωση δεύτερου γύρου, ο Lula κατέγραφε 47,3% έναντι 40% του Flávio Bolsonaro. Το περιθώριο σφάλματος ήταν 2,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Όμως η εικόνα άλλαξε στις νεότερες μετρήσεις.
Στις 21 Σεπτεμβρίου, δύο διαφορετικές δημοσκοπήσεις που μετέδωσε το Reuters εμφάνιζαν τους δύο βασικούς υποψηφίους ουσιαστικά ισόπαλους σε σενάρια δεύτερου γύρου. Η Quaest έδινε 42% στον Flávio Bolsonaro και 41% στον Lula, ενώ η BTG Pactual/Nexus έδινε 46% στον Lula και 45% στον Flávio Bolsonaro. Και στις δύο περιπτώσεις, η διαφορά βρισκόταν μέσα στο περιθώριο στατιστικού σφάλματος.
Οι αριθμοί επομένως δεν δείχνουν μια προδιαγεγραμμένη εκλογική έκβαση. Δείχνουν μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική αναμέτρηση, στην οποία η εγκληματικότητα, η οικονομία, η εθνική κυριαρχία και η σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εξελιχθεί σε κεντρικά πεδία πολιτικής σύγκρουσης.
Στην επιφάνεια, η σύγκρουση αφορά την PCC και την Comando Vermelho.
Στην πραγματικότητα, όμως, η πολιτική συζήτηση έχει αποκτήσει πολύ μεγαλύτερο εύρος.
Ποιος αποφασίζει ποια εγκληματική οργάνωση χαρακτηρίζεται «τρομοκρατική»;
Μπορεί μια χώρα να ζητά διεθνή βοήθεια χωρίς να ανοίγει την πόρτα σε ξένη στρατιωτική δράση;
Πόση επιρροή πρέπει να έχει η Washington στη στρατηγική ασφαλείας της μεγαλύτερης χώρας της Νότιας Αμερικής;
Και μέχρι πού μπορεί να φτάσει η στήριξη ξένων κυβερνήσεων σε υποψηφίους μιας εκλογικής αναμέτρησης χωρίς να δημιουργείται ζήτημα πολιτικής παρέμβασης;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που βρίσκονται πλέον στο τραπέζι.
Η Shield of the Americas παρουσιάζεται από την κυβέρνηση Trump ως μηχανισμός συντονισμένης άμυνας απέναντι στα καρτέλ και στο διεθνικό οργανωμένο έγκλημα.
Η κυβέρνηση Lula τη βλέπει με πολύ μεγαλύτερη επιφύλαξη, ειδικά όταν η αντιμετώπιση του εγκλήματος συνδέεται με στρατιωτική δράση, τρομοκρατικούς χαρακτηρισμούς και την επαναφορά μιας αμερικανικής στρατηγικής πρωτοκαθεδρίας στο Δυτικό Ημισφαίριο.
Ο Flávio Bolsonaro, από την άλλη πλευρά, δηλώνει ότι θέλει μια σαφώς στενότερη σχέση ασφαλείας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Και κάπως έτσι, δύο εγκληματικές οργανώσεις που γεννήθηκαν στο βραζιλιάνικο σωφρονιστικό σύστημα έχουν βρεθεί στο κέντρο μιας γεωπολιτικής σύγκρουσης που φτάνει από τις φαβέλες του Rio de Janeiro μέχρι τον White House και τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών.
Η μάχη κατά του οργανωμένου εγκλήματος δεν είναι πλέον μόνο υπόθεση αστυνομίας.
Έχει γίνει θέμα εξωτερικής πολιτικής, εθνικής κυριαρχίας και — λίγες ημέρες πριν ανοίξουν οι κάλπες — ένα από τα πιο φορτισμένα ζητήματα της πολιτικής αντιπαράθεσης στη Βραζιλία.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών